• Find Airline Award & Upgrade availability

Πλατεία Ομονοίας 1991

Πλατεία, Εξάρχεια, κατεβαίνω τη Στουρνάρα προς Πατησίων.
Περνώ το Πλαίσιο, και πριν το Πολυτεχνείο στον απέναντι δρόμο έχει μαζευτεί κόσμος. Παπατζής. Τον ξέρω, όπως και τους στημένους γύρω του. Πατησίων, Ομόνοια, σκορπίζονται και εμφανίζονται σαν φαντάσματα. Το τσιράκι από την παρακάτω γωνία, σφυρίζει δυο φορές. Τα φαντάσματα σκορπούν στον αέρα. Καθένας το δρόμο του. Ακολουθώ τον παπατζή. Είναι στη Χέυδεν, προς Κάνιγγος, περπατά αδιάφορα αλλά γρήγορα. Διασχίζει την πλατεία κάθετα, προς τα Goody’s, αριστερά στο πεζοδρόμιο με τις στοές. Κοντοστέκεται λίγο μπροστά σε ένα καφενείο της στοάς, κοιτάζει πίσω λοξά, συνεχίζει, τον ακολουθώ. Βγαίνει Πατησίων, τη διασχίζει και μπαίνει στη στοά που οδηγεί στην Ομόνοια. Δεξιά από Πατησίων βλέπω το τσιράκι να έρχεται ανέμελα, κρατά ένα καλώδιο. Περιμένω και τον βλέπω να μπαίνει και αυτός στη στοά. Μπαίνω, και βγαίνω στην Ομόνοια. Στο Νέων απέξω τα φαντάσματα είναι πάλι όλα μαζί, καπνίζουν, ψιθυρίζουν.

Τους αφήνω και κατεβαίνω τις κυλιόμενες για το underground της πόλης. Το φως χάνεται, το βλέμμα χάνεται, πέφτει πάνω στο σαλεπιτζή. Πίνεται το σαλέπι? Δε δοκιμάζω ποτέ. Ο τυφλός λαχειοπώλης φωνάζει δυνατά. Ο κόσμος πάει και έρχεται γρήγορα, φοβισμένα, αγχωμένα. Μυρίζει τσίκνα κατουρλιών, μέθης. Μ’ αρέσει. Λαβύρινθος, σπίτι ποντικιών, αρουραίων. Αριστερά από τις κυλιόμενες στο βάθος, κατά μήκος του τοίχου, στοιβαγμένα σώματα γεμάτα πρέζα. Τους κοιτώ. Δε βλέπουν. Φαντάσματα του underground. Ξαφνικά μια κοπέλα παραπατώντας ουρλιάζει, τραντάζει τον ανάσκελα φίλο της. Είναι αναίσθητος. Του φωνάζει, κλαίει. Δεν ακούει. Τα φαντάσματα προσπαθούν να βοηθήσουν. Κανείς άλλος. Ο κόσμος περνά, τους χαζεύει λίγο, μουρμουρίζει. Βρίζει. Κανείς δε πλησιάζει. Ούτε εγώ. Γιατί? Υστέρα από λίγη ώρα έρχεται το φορείο του ΕΚΑΒ. Τον πήραν. Έφυγαν. Φεύγω.

Βγαίνω από τις κυλιόμενες, στην έξοδο προς Αγ. Κωνσταντίνου. Μπακάκος. Κόσμος, φωνές. Πλανόδιοι, περαστικοί. Συνεχίζω. Μαγαζάκια και πορνό σινεμά και από τις δυο μεριές τις Κωνσταντίνου. Μπιχλιμπίδια και ρούχα φτηνά. Και άλλοι παπατζήδες. Συνεχίζω. Στα δεξιά μου ένα φάντασμα τεράστιο απλώνεται. Εθνικό. Παίρνω το επόμενο στενό προς Πειραιώς. Οι μυρωδιές από τα πορνεία στα γύρω στενά απλώνονται πάνω από την αγορά της Ζήνωνος. Μετανάστες με χρώματα ζωηρά και μουντά. Πάγκοι. Φωνές. Κόρνες της Πειραιώς. Τη διασχίζω. Οδός Μενάνδρου. Σοφοκλέους. Μπαχαρικά και φτηνά αρώματα. Ο πιο όμορφος σκοτεινός δρόμος. Υπόγεια και ανώγεια. Φτηνά ξενοδοχεία. Κοιτάζω. Με κοιτούν μάτια θλιμμένα, προκλητικά. Φαντάσματα σε βρώμικα σεντόνια. Προχωράω και φτάνω Αθηνάς. Μυρωδιές ανάκατες. Περνώ απέναντι. Τυράδικα, μπακάλικα, χασάπικα.

Φτάνω Αιόλου. Πάγκοι. Μαγαζιά. Φαντάσματα μέσα σε κούτες. Στενάκια. Κορδέλες. Έξω από τον Κρίνο, ο τύπος με την περούκα φωνάζει την πιο διάσημη λέξη της οδού.
«Φτερά…αααα». Τον κοιτώ. Με βλέπει. Γελά. Μπαίνω στον Κρίνο. Λουκουμάδες.
Up ground.

(Chris Kouros 1991, πρωτότυπος τίτλος: “Φαντάσματα”)

Bookmark the permalink.

Leave a Reply